Μεταφράσεις και Συνώνυμα για τον Όρο Φρουτάκια
Ο κόλιαντρος (κολίανδρο, κορίανδρο, κόλιαντρο) είναι ποώδες αρωματικό φυτό του οποίου τα φύλλα και οι καρποί χρησιμοποιούνται στη μαγειρική, τη φαρμακευτική και τη ζαχαροπλαστική. Ο κόλιαντρος είναι γνωστός και χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Βασική χρήση | Θρεπτική αξία |
|---|---|---|---|
| Αχλάδι | Pear | Φρέσκο, σιρόπι | Βιταμίνη C, φυτικές ίνες |
| Φράουλα | Strawberry | Φρέσκο, σιρόπι, μαρμελάδα | Βιταμίνη C, αντιοξειδωτικά |
| Μπανάνα | Banana | Φρέσκο, γλυκό, smoothie | Κάλιο, βιταμίνη B6 |
| Ανανάς | Pineapple | Φρέσκο, χυμός, γλυκό | Βιταμίνη C, μαγγάνιο |
Υπήρχε στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, αναφέρεται στη Βίβλο και σε Αιγυπτιακούς πάπυρους < μσν. κολίγος ο & κολίγας ο / κολίγισσα η: αγρότης που δούλευε σε τσιφλίκι με συνθήκες εξαρτημένης εργασίας και που έπαιρνε ως αμοιβή μέρος της παραγωγής.
- Αχλάδι - Pear
- Σύκο - Fig
- Χουρμάς - Date
- Γρανάτα - Pomegranate
Στα τσιφλίκια τους – το καθένα ήταν από 10.000 έως 100.000 στρέμματα – δούλευαν οι κολίγοι. Ήταν ακτήμονες που καλλιεργούσαν τα κτήματα και έδιναν μέρος της σοδειάς – τη λεγόμενη μορτή – στους τσιφλικάδες, ενώ πλήρωναν και φόρο στο κράτος (το λεγόμενο «φόρο αροτριώντων», που επέβαλε η κυβέρνηση Τρικούπη).
| Εποχή | Φρούτο (Ελληνικά) | Φρούτο (Αγγλικά) | Τυπική εμφάνιση |
|---|---|---|---|
| Άνοιξη | Κεράσι | Cherry | Μικρό, κόκκινο |
| Καλοκαίρι | Πεπόνι | Melon | Μεγάλο, στρογγυλό |
| Φθινόπωρο | Μήλο | Apple | Στρογγυλό, πολλά χρώματα |
| Χειμώνας | Πορτοκάλι | Orange | Σφαιρικό, πορτοκαλί |
Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους, σηματοδοτεί την έκρηξη του αγροτικού ζητήματος, μετά τη δίκαιη απαίτηση των κολίγων για απαλλοτρίωση.
Υπεύθυνο παιχνίδι και υποστήριξη παικτών
κοκορέτσι το: είδος φαγητού το οποίο παρασκευάζεται από ψιλοκομμένα εντόσθια αρνιού που τυλίγονται με έντερα και ψήνονται στη σούβλα. Σ’ ένα χώρο που το κρασί ήτανε άφθονο και η λιχουδιά σπάνιζε, το τηγανισμένο σκώτι, η μαρίδα, το κοκορέτσι, οι γαρίδες ή και καμιά φορά το χταπόδι στα κάρβουνα, ήτανε πειρασμοί που δεν άντεχες να τους αποδιώξεις < αλβ. κοκόρι το: νέος κόκορας, αλεκτορίσκος· κοκορόμυαλος ο: ανόητος, βλάκας. : Απ΄ του πουλύ του πλάλμα έβγαλα μια λούγκα (αδένας) χουντρή σαν κουκόσια (καρύδι). : …τον ταχυδρόμο τον πεζό, που κόλλαε πούλια στα κακογραμμένα φάκελά τους και που οι μανάδες με τον πόνο τον φιλεύανε κοκόσιες, μα τον κερνάγαν οι λιγότερο σφιχτοί στα μαγαζιά και κάνα ρακογιάλι, σαν τούς ερχόταν ντεσκερές [σ.σ.
Μεγαλύτερη Ποικιλία Παιχνιδιών και Προσφορών
επίσημο γράμμα] που καρτερούσαν – …κρεμμύδια ψημένα στη χόβολη ή τέσσερες πέντε «κοκόσιες», καρύδες που τύχαινε να ’ναι και μισοσάπιες ή «κουστενίκες», δηλαδή δύσκολα έβγαινε το «σούμπρο» τους, η ψίχα. : –Ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε, Στεφανή, εἶπεν ὁ γερο-Γροῦτσος, θὰ βρῇς πολλὰ σῦκα νὰ φᾷς, Στεφανή! Ἀκόμα καὶ κοκκόσες θὰ βρῇς, γιὰ νὰ κάμῃς σουτζούκια. : κοκόσα η και γκουγκούσα η εν Βελβεντώ της Μακεδονίας πιθ. : Υπάρχουνε αστυιατρικές επιθεωρήσεις του Τμήματος Ηθών που κυνηγάνε τις κοκότες των δρόμων.
Λευκή φράπα
Οι πιο ακίνδυνες γυναίκες είναι οι κοκότες των δρόμων. Δεν προσβάλλονται ποτέ και σου προσφέρουνε πάντα ένα λικέρ πριν τις πληρώσεις. κοκοτάρι το: η κότα, η όρνιθα, βλ. κοκότι το. : «Ας έχω κόκοτα στην αυλή μου, κι ας μη λαλάει.» Σταμάτης Κόκοτας. : Οι παλιοί κολίγοι του Ευμορφόπουλου σκόρπισαν από το χτήμα σαν του λαγού τα παιδιά.
- Παπάγια - Papaya
- Γκουάβα - Guava
- Μαρμελάδα - Quince
- Κράνμπερι - Cranberry
: Ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζει μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι᾿ όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη < μσν.
Ρ – R
«Κόκα» έλεγαν την ψαλιδιά που είχαν για σημάδι στ᾿ αυτιά ζώων του κοπαδιού για να τα ξεχωρίζουν. : Κι αυτός, το σαϊτολόγο ανοίγοντας, σαγίτα φτερωμένη, / αγκίνιαστη, που πόνους έκρυβε τρανούς, διαλέει, κι απάνω / στην κόρδα την πικρή σαγίτα του κοκιάζοντας ευκήθη / στο μακροσαγιτάρη Απόλλωνα το φωτογεννημένο κοκκινάδι το: κόκκινο, ερυθρόχρωμο φτιασίδι, σημείο,ψιμμύθιο, κραγιόνι, ρουζ. κοκκίνης ο: άνθρωπος με κόκκινες τρίχες, ζώο με κόκκινω τρίχωμα. : Είχε πολλά λεφτά, ακόμα και χιλιάρικα κολλαριστά, που του χρειάζονταν για ν᾿ αγοράσει βόιδια. Είχαμε ανάγκη τότε και του δώκαμε τον Κοκκίνη.
Καλύτερες Αποδόσεις σε Σύγκριση με τα Εγχώρια Καζίνο
Η βάβω μου έκλαιγε, σα ν᾿ αποχωριζόταν άνθρωπο. : Όπως της Μπουλίνας το γιο, που είναι κοκκινομάλλης, τόνε λένε Κοκκίνη… Και το Γιώργη της Μελάχρως, που είναι μαύρος, τόνε φωνάζουνε Αραπάκη. : «Σαΐτα κοκκινόγουλη, τη γης τρυπάει και βγαίνει.» (ρίζα, ριζάρι – Λακωνία). κοκινόι το: γη, χωράφι, περιοχή με κόκκινο χρώμα. το αιδοίο, το πέος· το ναρκωτικό κοκαΐνη.
Κουλοχέρηδες (Slots) με Υψηλές Αποδόσεις
Όχι αυγό κοκό: μιλάμε για το ίδιο πράγμα, λέγεται για παρόμοιες καταστάσεις· πβ. κοκόνα η & κοκώνα η: νεαρή κοπέλα, το κορίτσι, η κυρά, δέσποινα, δεσποινίς· λέγεται & για κυρία αρχοντικής καταγωγής, χαϊδευτικά για γυναίκα και κυρίως κόρη, ή για γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια. (Τριαντ.) Κοκόνες μου, εδώ έχουμε πιάσει αράχνες. : Ἤκουσεν ἀορίστους φήμας, ὅτι ὁ «διδάχος», μεθ᾿ ὅλην τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ πενιχρὸν ἐξωτερικόν του, εἰς τὸ κρυπτὸν ἐζήτει νὰ εὕρῃ «νύφη κοκκώνα» καὶ ὅτι κατέβαλλε πολλὰς προσπαθείας πρὸς τοῦτο. : «Πούθε να πάρει το παιδί και να γενεί κοκόνα.», «Η κοκώνα η Ραλλού τα δικά τση δίνει αλλού (Νάξος).» < ρουμαν. κολιός ο: πελαγίσιο ψάρι με γαλαζοπράσινη, πολύ γυαλιστερή ράχη, που συγγενεύει με το σκουμπρί. Κολιοί και σκουμπριά και άλλα πελαγίσια ψάρια της ίδιας οικογένειας, το καλοκαίρι είναι πιο στρουμπουλά και ψωμωμένα (γι’ αυτό τότε ονομάζονται και λιπαρίτες). Κολυμπάνε κατά κοπάδια και ψαρεύονται με συρτή και τσαπαρί ακόμα και από ερασιτέχνες ψαράδες.
Πλεονεκτήματα και δυνατότητες του Buran καζίνο
κοκοτείο το: κοτέτσι, ορνιθώντας, κουμάσι, χώρος που εκτρέφονται κότες. κοκότι το: η κότα, το αρνίθι, το κοτόπουλο. : -Τώρα μάνα, που γλιτώσαμε το κουκουτσέλι, θα το σφάξω να το φάμε μοναχές μας. -Φύλα το να το πουλήσεις να πάρεις τίποτε για τα παιδιά σου. Εγώ έχω και κότες και κοκότια στο σπίτι· άμα μου ’ρεχτεί για φαΐ, της απάντησε η βάβω < ελνστ.
Αξιόπιστα Ξένα Καζίνο με Γρήγορες Αναλήψεις
κοκότσι το: το εσωτερικό του καλαμποκιού, χωρίς τους καρπούς. Όποιοι δε φοράνε κράνη έχουνε μυαλό κοκράνι. κολαούζος ο: οδηγός σε μια πορεία, αυτός που δείχνει το δρόμο, τσιλιαδόρος, βοηθός. Ακολουθούσανε και τ᾿ άλλα παιδιά της γειτονιάς· περισσότερο για συμπαράσταση και για χάζεμα αλλά και σαν κολαούζοι, να κρατάνε τα μπόσικα δηλ. τα κλουβιά και τα παράκλουβα αλλά και τσίλιες αφού γινότανε και «καρφωτή» δηλ.
Είναι ασφαλείς οι καταθέσεις και αναλήψεις για παίκτες από την Ελλάδα;
να «πέσει πρόκα» στο δραγάτη ή στους χωροφύλακες αλλά και στους δασοφύλακες. : Το χωριό δε θέλει κολαούζο: είναι ψεύτης, μαϊμού, ζει με ξένα λεφτά, δε βγάζει το ψωμί του, τα όσα αραδιάζει δεν είναι προσωπικό του πρόβλημα αλλά δοτή μονέδα. : «Χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει.» < τουρκ. κολάι το: ο τρόπος cas φρουτακια πωσ να κερδισεισ που γίνεται κάτι, η ευκολία, η άνεση. Πήρε το κολάι: έμαθε πως λειτουργεί, κατάλαβε πως γίνεται μια δουλειά και πλέον τα καταφέρνει. : «Κολιός και κολιός από ένα βαρέλι.», «Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.» < αρχ.
Παιχνίδια, πάροχοι και δημοφιλή φρουτάκια
Η κολεγιά ή κολλεγιά, όπως και το κολέγιο, ετυμολογείται από το λατινικό collegium: αδελφότητα, μικροκοινότητα και, ακόμα πιο πίσω, ανάγεται στην συνάθροιση ανθρώπων με κοινό νόμο (com + lex/γεν. κόλι το: στρατιωτικό τμήμα ενόπλων, περίπολος, απόσπασμα, ομάδα (ατάκτων) στρατιωτών. Δημ.: Κι ο Μπουκουβάλας σύναξεν όλο τον ταϊφά του / μες στην Οξυά ξημέρωσε, τα κόλια να μοιράσει < Βλ. & καρακόλι το. Χαραή χαραή προτού λαλήσ᾿ ν οι κουκουτέοι μι του μαλιότου, παπούτσια σουσόνια σκούνια μέχρι του γόνα, μια σιαλβάρα απού σκτί. ο βλάκας, αυτός που δεν καταλαβαίνει, ο αργόστροφος, ασυλλόγιστος. κολλορίζι το: η παραφυάδα στη βάση ορισμένων δέντρων, νέος βλαστός που φυτρώνει από τη ρίζα ενός φυτού ή από το υπόγειο τμήμα του κορμού του, παραβλάστημα.
Τα Κορυφαία Ξένα Καζίνο για Έλληνες Παίκτες το 2026
: Κόλιαντρα, άσμα της παραμονής των Χριστουγέννων, κοιν. calendae, όπερ εσήμαινεν άλλοτε και τα Χριστούγεννα και στον πληθ. κόλιαντρας ο: ξύλο στο οποίο τοποθετούσαν τα κεράσματα που έδιναν στα κάλαντα. κόλιαντρος ο: αλλού λέγεται ετήσιο αρωματικό φυτό που χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως μπαχαρικό. ετήσιο αρωματικό φυτό που χρησιμοποιείται και στη μαγειρική ως μπαχαρικό. έπαθα κολούμπρα: ξαφνιάστηκα, μάλλον δυσάρεστα, τρόμαξα, αιφνιδιάστηκα.
- Φυστίκι - Peanut
- Φουντούκι - Hazelnut
- Κουκουνάρι - Pine nut
- Μακαρόνια - Macadamia
- Κέικ - Cake (ως γλυκό με φρούτα)
/ Παραμονεύει ὀρθὴ κουλέμπρα γκαστρωμένη < ιταλική colubro (αρσενικό:φίδι, μετατροπή σε θηλυκό από έλξη προς το γένος πολλών ελληνικών φιδιών: οχιά, δεντρογαλιά.) < λατινικά colubra. κολτσίδα η & κολτσίδι το: το αγκαθωτό βότανο λάππα ή κολλιτσίδα.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Σεζόν | Χρώμα |
|---|---|---|---|
| Πεπόνι | Melon | Καλοκαίρι | Πράσινο/Κίτρινο |
| Σύκο | Fig | Καλοκαίρι - Φθινόπωρο | Μωβ / Πράσινο |
| Ρόδι | Pomegranate | Φθινόπωρο | Κόκκινο |
| Κρανμπερί | Cranberry | Φθινόπωρο | Κόκκινο |
Μου έγινε κολλιτσίδα, λέμε για κάποιον ο οποίος μας γίνεται φορτικός.
Οδηγός Εγγραφής και Χρήσης Ξένων Καζίνο από την Ελλάδα
Σου λέει, γιατί να μαλώσουμεμε τον Βατάζη, έτσι γίνεται καλύτερα κολάι. Ξέχασε τον Κύριο κι έβαλε κάτου τα συμφέροντα < τουρκ. κολεγιά η: η φιλική σχέση, συναναστροφή, η κοινωνική σχέση για κοινό σκοπό, το κολλητηλίκι, άτυπη συμμαχία. Κολεγιές και συνεργασίες ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα. : Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Στην πραγματικότητα με τον όρο κολλιτσίδα αναφερόμαστε στους καρπούς ορισμένων φυτών που χάρη στα περίτεχνα αγκάθια τους καταφέρνουν να γαντζώνονται στα ρούχα μας. : Ἕνδεκα χρόνια νὰ μπαίνῃ, νὰ βγαίνῃ, νὰ στρώνεται, νὰ κατιάζῃ, νὰ ντιρλικώνῃ ἕνα περίδρομο, νὰ μπεκρολογᾷ, νὰ νεκροκοιμᾶται, νὰ μὴ ξεκουμπίζεται, νὰ μὴν κουνιέται, ἕνδεκα χρόνια κειδὰ νὰ βρίσκεται, νὰ φαρμακώνῃ, νὰ ψοφολογᾷ, νὰ κολλάῃ σὰν τὴν κολλιτσίδα, νὰ μὴν πιάνεται σὰν τὴν κόνιδα, νὰ τὸν διώχνῃς καὶ νὰ μὴν ξεκουμπίζεται, νὰ τὸν ξορκίζῃς καὶ νὰ μὴν κρεμοτσακίζεται.
- Σταφύλι - Grapes
- Κεράσι - Cherry
- Μύρτιλο - Blueberry
- Σμέουρο - Raspberry
- Φράμπουα - Blackberry
κολτσίνα η & κοντσίνα η: χαρτοπαίγνιο της τράπουλας, τεχνικό και όχι τυχερό, που παίζεται με ολόκληρη την τράπουλα.
Π – P
κόθορνος, ὁ,: σανδάλι ή ψηλό παπούτσι, που φτάνει ως τη μέση του ποδιού. κοιλόπονος ο: πόνος που εντοπίζεται στην περιοχή της κοιλιάς· πονόκοιλος, κοιλιακό άλγος. Το παιδί με κοιλόπονο χρειάζεται άμεση ιατρική βοήθεια. για γυναίκα επίτοκη, που πρόκειται να γεννήσει, έχω ωδίνες τοκετού. : Τόσον πρωινὸς ἤδη ὁ Γιάννης τῆς Σοφούλας!
Μέθοδοι Κατάθεσης και Ανάληψης για Έλληνες Παίκτες
Μὲ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς τρέχει εἰς τὴν ἰσόβιον καθημερινὴν ἀγγαρείαν του. Ἐργασία ὁλοήμερος ἐκεῖ, καὶ κρότος, καὶ «ὠδῖνες ὡς τικτούσης.» Ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν κοιλοπονοῦν, ὅσον καὶ ἂν καταπονοῦνται οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ κατασκευάζωσι «τείχη Τριτογενεῖ», ἡ θάλασσα θὰ καταφάγῃ μίαν ἡμέραν ὅλους τοὺς δρυΐνους δράκοντας, «δὴ ὦκ λεβάιαθανς», ὅπως λέγει ὁ Μπάυρων. : …επαρακολουθούσε με τον νου την εγκυμοσύνη της Χαϊδεμένης, εμετρούσε τους μήνες κι εφρόντιζε να βρίσκεται κοντά της στην κοιλοπόνια. : Λίγη επαφή αν έχετε με κύκλους των γραμμάτων, θα ξέρετε ότι σε κάθε τετράγωνο κάποιος κοιλοπονάει το αριστούργημα… Παρ. : «Εκοιλοπόναγε βουνό κι εγέννησε ένα αυγό.», «Κοιλοπόνα το βουνό κι έκαν’ έναν ποντικό.».
Live Casino Games με Έλληνες Ντίλερ
Ο Λουκιανός στο έργο του με τίτλο: «Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν» αναφέρει την έκφραση «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν» < μσν. κοιμίστρας ο & κοιμίστρα η: ο κοιμισμένος, αυτός που δεν επαγρυπνεί, κοίμος. Δεν τον πιάσανε άλλες κι άλλες αστυνομίες και θα τον πιάσει η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! κοίμος ο: κοιμισμένος, κοιμίσης, κοιμίσας, βλάκας, μειωμένης αντίληψης. κόκα η: χαραγματιά, κοψιά, εγκοπή σε ευθεία γραμμή.
- Ανατολική Ρωμυλία | Καλοκαίρι
- Γεύσεις από όλο τον κόσμο στο καζίνο της Αττικής
- ΕΕΕΠ: Πόσα sites με παράνομα τυχερά παιχνίδια έχουν εντοπιστεί στην Ελλάδα
- Ο τελικός των αστέρων με αμέτρητα ειδικά από το Stoiximan.gr
- Ρολάν Γκαρός: Αποκλεισμός-σοκ για τον Τζόκοβιτς από τον τρίτο γύρο! (video)
- Jouer en argent réel sans faire de premier dépôt
- Casino con SPID